Η διαφορά μεταξύ λογιστικής και αγοραίας αξίας παγίου περιουσιακού στοιχείου

Updated: Feb 23


Η λογιστική αξία ενός περιουσιακού στοιχείου είναι το αρχικό κόστος αγοράς του, προσαρμοσμένο με μεταγενέστερες αλλαγές, όπως απομείωση ή αποσβέσεις. Η αγοραία αξία είναι η τιμή που θα μπορούσε να επιτευχθεί με την πώληση ενός περιουσιακού στοιχείου σε μια ανταγωνιστική αγορά.


Υπάρχει σχεδόν πάντα μια διαφορά μεταξύ της λογιστικής αξίας και της αγοραίας αξίας, δεδομένου ότι η πρώτη αφορά ιστορικό κόστος και η δεύτερη βασίζεται στην προσφορά και ζήτηση για ένα περιουσιακό στοιχείο.


Για παράδειγμα, μια εταιρεία αγοράζει ένα μηχάνημα αξίας 100.000,00 ευρώ και στη συνέχεια υπολογίζει απόσβεση αξίας 20.000,00 ευρώ, με αποτέλεσμα να διαμορφωθεί καθαρή λογιστική αξία 80.000,00 ευρώ. Αν η εταιρεία πωλήσει στη συνέχεια το μηχάνημα στην τρέχουσα τιμή της αγοράς των 90.000,00 ευρώ, η ​​επιχείρηση θα καταγράψει ένα κέρδος από την πώληση των 10.000 ευρώ.


Από το παραπάνω παράδειγμα, η διαφορά μεταξύ λογιστικής αξίας και αγοραίας αξίας αναγνωρίζεται στο σημείο πώλησης του περιουσιακού στοιχείου, δεδομένου ότι η τιμή στην οποία πωλείται είναι η αγοραία τιμή και η καθαρή λογιστική αξία του είναι ουσιαστικά το κόστος πωληθέντων αγαθών. Πριν από μια συναλλαγή πώλησης ωστόσο δεν υπάρχει κανένας λόγος να ληφθούν υπόψη οι τυχόν διαφορές αξίας μεταξύ λογιστικής και αγοραίας.


Μια περίπτωση στην οποία μια επιχείρηση μπορεί να αναγνωρίσει αλλαγές στην αξία των περιουσιακών στοιχείων είναι για εμπορεύσιμους τίτλους. Μια επιχείρηση υποχρεούται να καταγράφει συνεχώς τα κέρδη κτήσης και να διατηρεί ζημίες σε αυτούς τους τίτλους για όσο διάστημα κρατούνται. Στην περίπτωση αυτή, η αγοραία αξία είναι ίδια με τη λογιστική αξία.


Τέλος υπάρχουν περιπτώσεις όπου η αγοραία αξία ενός πάγιου περιουσιακού στοιχείου είναι πολύ υψηλότερη από τη λογιστική αξία, όπως στην περίπτωση ενός κτιρίου γραφείων που αυξάνεται η αγοραία αξία λόγω της αυξημένης ζήτησης.

5 views