Φορολογικοί συντελεστές. Ανάπτυξη και Κοινωνική Πολιτική στην νέα Οικονομική περίοδο Covid-19


Η ακριβής επίπτωση ότι οι φορολογικοί συντελεστές ωφελούν την επιχειρηματική ανάπτυξη και τη δημιουργία θέσεων εργασίας είναι αντικείμενο συζήτησης και μελέτης, ιδίως όταν οι αλλαγές στους συντελεστές φορολογίας είναι στον ορίζοντα. Αυτή η συζήτηση είναι συχνά συνυφασμένη με την πολιτική, και οι οικονομολόγοι έχουν συμφωνήσει ακόμα και στο σημείο πόσο μεγάλοι είναι οι συντελεστές φορολόγησης που τυπικά δεσπόζουν στο μυαλό των σημερινών και των δυνητικών επιχειρηματιών.


Όσο υψηλότερος είναι ο φορολογικός συντελεστής, τόσο περισσότερο κεφαλαίο λαμβάνεται από την επιχείρηση προς το Κράτος. Ως εκ τούτου, η θεωρία υποστηρίζει ότι οι υψηλοί συντελεστές φορολόγησης αφήνουν την επιχείρηση με κεφάλαια για επανεπένδυση, οδηγώντας με αυτόν τον τρόπο σε λιγότερη δημιουργία θέσεων εργασίας.


Ορισμένοι οικονομολόγοι και πολιτικοί πιστεύουν επίσης ότι οι δυνητικοί επιχειρηματίες μπορούν να αποφεύγουν τη δημιουργία μικρών επιχειρήσεων εξ ολοκλήρου, εάν θεωρούν ότι οι υψηλοί συντελεστές φορολογίας θα απορροφήσουν ουσιαστικά τα κέρδη τους.


Ορισμένες εμπειρικές μελέτες έχουν δείξει ότι η αύξηση των φορολογικών συντελεστών μπορεί να έχει ανασταλτική επίδραση στη δημιουργία θέσεων εργασίας και της ανάπτυξης μικρών επιχειρήσεων, δηλαδή οι υψηλοί συντελεστές φορολόγησης οδηγούν σε χαμηλότερα επίπεδα επενδύσεων.


Ωστόσο, είναι σημαντικό να εξεταστεί το κόστος ευκαιρίας των χαμηλότερων φορολογικών συντελεστών. Η μείωση των φορολογικών συντελεστών μπορεί και να μην οδηγεί σε σημαντικές απώλειες θέσεων εργασίας στον δημόσιο τομέα και επίσης το ίδιο ισχύει και για τον ιδιωτικό τομέα.


Σε μια τέτοια περίοδο όπως η σημερινή είναι εύλογο να αναλογιστούμε την ανάγκη για αύξηση παραγωγικότητας των δομών της Ελληνικής οικονομίας ειδικά εφόσον έχουμε κλίμακα μειωμένων φορολογικών συντελεστών.


Ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα αποκτά η Ελληνική οικονομία σε διατήρηση υψηλής κλίμακας φορολογίας. Αυτό διότι κάθε επιχειρηματίας, κάθε πολίτης θα επιδιώξει να πληρώνει λιγότερα κάτι που θα αποβεί επιζήμιο, λόγω μη επαρκών χρηματικών κρατικών πόρων για δημόσιες επενδύσεις και άσκηση κοινωνικής πολιτικής.


Εφόσον η Ελληνική οικονομία είναι ήδη μπροστά σε μια πρόκληση θεωρείται λογικό να προσπαθήσει να αυξήσει την αξία του παραγωγικού της πλούτου καθώς και μοντέλου οικονομίας με την εφαρμογή μειωμένων συντελεστών, γεγονός που την καθιστά άμεσα ανταγωνιστική.


Ενώ οι υψηλότεροι φόροι χρηματοδοτούν κοινωνικά προγράμματα, η μείωση φορολογίας δεν βλάπτει μια οικονομία απαραίτητα.


Η Ελληνική οικονομία εισερχόμενη στην νέα παγκόσμια οικονομική περίοδο καλείται με πολιτική μειωμένων συντελεστών να οδηγηθεί άμεσα σε περιστολή άσκοπων δαπανών. Γεγονός που θα ωφελήσει βραχυπρόθεσμα την κοινωνική πολιτική καθώς και την προσέλκυση επενδύσεων.


Έτσι η μείωση της φορολογίας δεν συνοδεύεται απαραίτητα από μείωση κοινωνικών προγραμμάτων, ακριβώς διότι η χαμηλότερη φορολογία θέτει τις βάσεις για ισοκατανομή των προγραμμάτων αυτών καθώς η γενική τάση για την ανάγκη οικονομικής ανάπτυξης θα προσδώσει ποιοτικότερα χαρακτηριστικά στα προγράμματα αυτά.


Τέλος, αν και η ακριβής επίδραση της αύξησης ή μείωσης των φορολογικών συντελεστών παραμένει αντικείμενο συζήτησης, ειδικά όταν πρόκειται για την επιχειρηματικότητα, διότι εκείνη είναι που τροφοδοτεί το Κράτος ώστε να ισχύσουν τα ανωτέρω, πρέπει να συμφωνήσουμε ο δρόμος που χαράσσεται προς ένα απλούστερο φορολογικό και επιχειρηματικό καθεστώς είναι ακριβώς αυτό που η οικονομία χρειάζεται στην περίοδο αναθεώρησης της Παγκόσμιας Οικονομίας λόγω της πανδημίας του Covid-19.


4 views