Η σημασία της διόρθωσης των σφαλμάτων κατά την διενέργεια καταγραφής του αποθέματος


Κατά την διάρκεια καταμέτρησης αποθέματος ένα τυχόν σφάλμα επηρεάζει συνήθως δύο διαδοχικές λογιστικές περιόδους, θεωρώντας ότι το σφάλμα παρουσιάζεται στην πρώτη περίοδο και διορθώνεται στη δεύτερη περίοδο.

Εάν το σφάλμα δεν βρεθεί ποτέ, τότε υπάρχει αντίκτυπος σε μία μόνο λογιστική περίοδο καθώς και στα οικονομικά - φορολογικά αποτελέσματα. Ο λόγος είναι ότι ένα σφάλμα στην πρώτη περίοδο αλλάζει την τελική αξία του αποθέματος, που χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό του κόστους των αγαθών που πωλήθηκαν κατά τη συγκεκριμένη περίοδο.

Στη συνέχεια, η λανθασμένη αξία του αποθέματος λήξης από τον πρώτο μήνα γίνεται το αρχικό υπόλοιπο αποθέματος για τον δεύτερο μήνα. Μόλις το σφάλμα διορθωθεί τον δεύτερο μήνα, αυτό διορθώνει την αξία του τελικού υπολοίπου αποθέματος για αυτόν τον μήνα, πράγμα που σημαίνει ότι το σφάλμα εξαλείφεται μέσω του κόστους των αγαθών που πωλήθηκαν τον δεύτερο μήνα. Έτσι, η καθαρή επίπτωση ενός σφάλματος απογραφής είναι μια μεταβολή του κόστους των αγαθών που πωλήθηκαν κατά την πρώτη περίοδο, ακολουθούμενη από μια ακριβώς αντισταθμιστική μεταβολή στο κόστος των αγαθών που πωλήθηκαν τη δεύτερη περίοδο.

Για παράδειγμα, η επιχείρηση Α ξεκίνησε με απόθεμα Ιανουαρίου αξίας 200.000 ευρώ και αγοράζει απόθεμα 400.000 ευρώ κατά τη διάρκεια αυτού του μήνα. Κατά την διάρκεια καταμέτρησης παρουσιάζεται σφάλμα στα τέλη Ιανουαρίου με αποτέλεσμα ένα απόθεμα λήξης 150.000 ευρώ.

Σε συνέχεια το οικονομικό τμήμα υπολογίζει ότι το κόστος των προϊόντων που πωλήθηκαν τον Ιανουάριο το οποίο είναι:

200.000 Αρχικό απόθεμα + 400.000 Αγορές - 150.000 Τελικό απόθεμα = 450.000 Κόστος πωληθέντων αγαθών

Εάν το τελικό ποσό απογραφής ήταν ακριβές, το κόστος των πωληθέντων αγαθών θα έπρεπε να είναι:

200.000 Αρχικό απόθεμα + 400.000 Αγορές - 160.000 Τελικό απόθεμα = 440.000 Κόστος πωληθέντων αγαθών

Έτσι, το σφάλμα που προέκυψε κατά την απογραφή οδηγεί σε κόστος πωλήσεων αγαθών που είναι πολύ υψηλό κατά 10.000 ευρώ, με αποτέλεσμα το καθαρό εισόδημα προ φόρων να είναι πολύ χαμηλό κατά 10.000.

Τον Φεβρουάριο, το αρχικό απόθεμα εξακολουθεί να είναι τα 150.000 ευρώ που ήταν το απόθεμα που έληξε τον Ιανουάριο. Οι αγορές είναι 450.000 ευρώ κατά τη διάρκεια του μήνα. Στα τέλη Φεβρουαρίου, εντοπίζεται το σφάλμα καταμέτρησης από τον προηγούμενο μήνα και διορθώνεται. Η αξία του αποθέματος τον Φεβρουάριο είναι 210.000 ευρώ, αντί των 200.000 ευρώ που θα συνέβαινε εάν εντοπιστεί το σφάλμα.

Το οικονομικό τμήμα υπολογίζει ότι το κόστος αγαθών που πωλήθηκε τον Φεβρουάριο που πρέπει να είναι:

160.000 Αρχικό απόθεμα + 450.000 Αγορές - 210.000 Τελικό απόθεμα = 400.000 Κόστος πωλήσεων αγαθών

Εάν εντοπιστεί το σφάλμα, τότε το τελικό απόθεμα θα συνέχιζε να είναι χαμηλό κατά 10.000 ευρώ, με αποτέλεσμα να προκύψει τελική αξία αποθέματος 200.000 ευρώ. Το κόστος των πωληθέντων αγαθών θα ήταν τότε:

160.000 Αρχικό απόθεμα + 450.000 Αγορές - 200.000 Τελικό απόθεμα = 410.000 Κόστος πωλήσεων αγαθών

Κατά συνέπεια, η διόρθωση του σφάλματος τον Φεβρουάριο δημιούργησε ένα κόστος πωληθέντων αγαθών που ήταν 10.000 ευρώ χαμηλότερο από το κανονικό, με αποτέλεσμα τα καθαρά έσοδα προ φόρων να είναι πολύ υψηλά κατά 10.000 ευρώ.

Ωστόσο πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι οι δύο λογιστικές περίοδοι που επηρεάζονται από σφάλμα στην καταμέτρηση του αποθέματος ενδέχεται να μην είναι διαδοχικές περίοδοι. Είναι απολύτως πιθανό το σφάλμα να μην βρεθεί και διορθωθεί για πολλούς μήνες.

Παρόλα αυτά είναι σύνηθες να βλέπουμε το παραπάνω γεγονός καθώς και την διόρθωση σφαλμάτων σε μεταγενέστερες περιόδους. Αυτό ωστόσο σημαίνει ότι υπάρχουν συνεχείς διακυμάνσεις στα καθαρά έσοδα που προκαλούνται από σφάλματα αποθέματος, και για αυτό το λόγο η καταμέτρηση αποθέματος συνιστάται να γίνεται συχνά εντός μήνα ή διμήνου ακριβώς για τον επιπλέον λόγο της εκτίμησης κερδών – ζημιών και καθορισμού αποφάσεων όπως τιμολογιακής και πιστωτικής πολιτικής κτλ.

4 views